Πως οι ρυθμιστικές αρχές θα αλλάξουν την συμπεριφορά των τραπεζών στο μέλλον.

Αν οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί συνδυάζουν τραπεζικές και μη τραπεζικές εργασίες, τότε υπάρχει μεγάλη δυναμική ανάπτυξης κινδύνων.

Το να πωλούνται πολλά διαφορετικά είδη χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών αυξάνει τα κέρδη των τραπεζών, όμως όταν όλες αυτές οι δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα κάτω από την ίδια στέγη νέοι κίνδυνοι προστίθενται τόσο στην τράπεζα όσο και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα συνολικά. Αυτό οδήγησε πολλές ρυθμιστικές αρχές να επιβάλουν τον διαχωρισμό μεταξύ τραπεζικών και μη τραπεζικών υπηρεσιών μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Υπάρχει ένας σημαντικός διαχωρισμός μεταξύ των κινδύνων που απορρέουν από τις τραπεζικές υπηρεσίες και των κινδύνων που απορρέουν από μη τραπεζικές υπηρεσίες ο οποίος εξηγεί γιατί οι μη τραπεζικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες μπορούν να αποβούν επικίνδυνες για τις τράπεζες. Πρόκειται για τον αργό κίνδυνο και τον γρήγορο κίνδυνο.

Ο αργός κίνδυνος χρειάζεται χρόνο για να διαμορφωθεί και προκαλεί ζημιές κατά την διάρκεια μεγάλων χρονικών περιόδων που μπορεί να είναι από μερικούς μήνες ή ακόμα και χρόνια. Λόγω του ότι χρειάζονται αρκετό χρόνο για να διαμορφωθούν, συνήθως προειδοποιούν νωρίς και έτσι δίνουν τον απαραίτητο χρόνο στην τράπεζα ώστε να τους αντιμετωπίσει. Για παράδειγμα, το ρίσκο μη εξυπηρέτησης ενός δανείου, μπορεί να αντιμετωπιστεί έγκαιρα μειώνοντας την δόση ή ακόμα και αναβάλλοντας την δόση του πριν καν ακόμα βρεθεί ο δανειζόμενος σε αδυναμία καταβολής.

Οι γρήγοροι κίνδυνοι αναπτύσσονται άμεσα και προκαλούν ζημιά εντός μικρών χρονικών διαστημάτων που μπορούν να είναι μερικές ημέρες ή ακόμα και ώρες. Επίσης, δεν δίνουν κάποιο προειδοποιητικό σήμα και όταν επέλθουν, η τράπεζα δεν έχει καθόλου χρόνο αντίδρασης. Το βασικότερο παράδειγμα ενός γρήγορου κινδύνου είναι ο κίνδυνος της αγοράς (η πτώση της αξίας ενός τίτλου υπό την κατοχή της τράπεζας). Λόγω της υψηλής τεχνολογίας και των αγορών που λειτουργούν σε εικοσιτετράωρη βάση, μία αλλαγή στις τιμές των αγορών μπορεί να προκαλέσει ζημιά σε μία τράπεζα πριν της δοθεί η ευκαιρία να αντιδράσει.

Όπως γίνεται αντιληπτό, οι γρήγοροι και οι αργοί κίνδυνοι πρέπει να διαχειρίζονται διαφορετικά. Επίσης, οργανισμοί που αναλαμβάνουν και τα δύο είδη κινδύνου πρέπει να δομούνται διαφορετικά και να εποπτεύονται διαφορετικά.

Φανταστείτε για παράδειγμα μία τράπεζα η οποία αποδέχεται καταθέσεις και εκδίδει δάνεια, αλλά παράλληλα διαθέτει και ένα τμήμα το οποίο συναλλάσσεται σε κρατικά ομόλογα. Το τραπεζικό τμήμα αναλαμβάνει τον αργό πιστωτικό κίνδυνο, ενώ το επενδυτικό τμήμα αναλαμβάνει τον γρήγορο κίνδυνο της αγοράς. Στην καθημερινή λειτουργία, το τραπεζικό τμήμα εκδίδει σχετικά λίγα δάνεια κάθε ημέρα, ενώ το επενδυτικό τμήμα συναλλάσσεται διαρκώς στην αγορά ομολόγων.

Αρχικά, το τραπεζικό τμήμα μεταβάλλει ελάχιστα τον πιστωτικό του κίνδυνο σε καθημερινή βάσει, ενώ ο ίδιος ο πιστωτικός κίνδυνος από την φύση του είναι αργός. Από την άλλη μεριά όμως, ο κίνδυνος της αγοράς του επενδυτικού τμήματος μπορεί να αλλάξει από ώρα σε ώρα. Έτσι, το επενδυτικό τμήμα είναι αναγκασμένο να είναι σε ετοιμότητα να διαφοροποιήσει τις τοποθετήσεις του ανάλογα ώστε διαρκώς να διαχειρίζεται τον κίνδυνο της λειτουργίας του και κατ’ επέκταση τον συνολικό κίνδυνο της τράπεζας.

Όταν το επενδυτικό τμήμα της τράπεζας βρίσκεται σε μία κερδοφόρα περίοδο βοηθά την τράπεζα σημαντικά και από πολλούς τομείς. Μειώνει τον συνολικό της κίνδυνο διαφοροποιώντας τα κέρδη της, αυξάνει την κεφαλαιακή της βάση και βελτιώνει την ρευστότητά της. Παράλληλα το επενδυτικό τμήμα μπορεί να προσφέρει  συνθήκες αντιστάθμισης κινδύνου καθώς το τραπεζικό τμήμα τείνει να δανείζεται βραχυπρόθεσμα και να δανείζει μακροπρόθεσμα, οπότε εκτίθεται σε κίνδυνο επιτοκίου.

Έτσι όταν το επενδυτικό τμήμα μίας τράπεζας είναι κερδοφόρο, όσο αυξάνει τον κίνδυνο αγοράς τόσο αυξάνει τα κέρδη και τα οφέλη για την τράπεζα. Όταν όμως ο κίνδυνος αγοράς επέλθει, τότε θα χρειαστεί επιπλέον κεφάλαια για να διαχειριστεί την ζημιά που θα έχει προκληθεί, χρησιμοποιώντας για τον λόγο αυτό τα διαθέσιμα κεφάλαια του τραπεζικού τμήματος.

Για τον λόγο αυτό, οι τράπεζες οι οποίες διαχειρίζονται γρήγορους και αργούς κινδύνους τείνουν να βρίσκονται σε καθεστώς περιορισμένης ρευστότητας και κεφαλαιακής ανάγκης πιο συχνά από ότι οι τράπεζες που εκτίθενται μόνο σε αργό κίνδυνο. Έτσι, η πρόληψη ενάντια στην διαχείριση του συνολικού κινδύνου μίας τέτοιας τράπεζας έγκειται στην ανώτερη διοίκησή της και στις οδηγίες - κανόνες που θέτει στις διοικήσεις του κάθε τμήματος.

Οι ρυθμιστικές αρχές κατά καιρούς έχουν δοκιμάσει πολλούς τρόπους ώστε να μειώσουν τον γρήγορο κίνδυνο των τραπεζών, όμως οι περισσότερες από τις προτάσεις έχουν προκαλέσει περισσότερο ζημιά, παρά έχουν βοηθήσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Για παράδειγμα, η πρόταση να αποσυνδεθούν οι τραπεζικές και οι επενδυτικές υπηρεσίες σκοντάφτει στο γεγονός ότι οι τράπεζες χάνουν την ικανότητα της αντιστάθμισης του επιτοκιακού κινδύνου, οπότε είναι λιγότερο πρόθυμες να δανειοδοτήσουν τον κάθε επόμενο δανειολήπτη, οπότε μειώνεται η συνολική ρευστότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Μία ακόμα πρόταση για συχνότερους εποπτικούς ελέγχους δεν προχώρησε καθώς δημιουργούσε υπερβολικά κόστη τόσο για τις τράπεζες όσο και για τις ρυθμιστικές αρχές, ενώ η μείωση που θα προκαλούσε στον γρήγορο κίνδυνο των τραπεζών ήταν ελάχιστη.

Την λύση στο πρόβλημα αυτό φαίνεται να έχουν δώσει οι ρυθμιστικές αρχές στις ΗΠΑ με τα συμβόλαια τύπου clawback των τραπεζικών στελεχών. Αυτά τα συμβόλαια στην ουσία εφαρμόζονται πάνω στις αμοιβές των τραπεζικών στελεχών που είναι συνδεδεμένες με την απόδοση της τράπεζας. Αυτού του είδους τα συμβόλαια σκοπό έχουν να σταματήσουν την μεταβίβαση ρίσκου που λάμβανε χώρα από τα τραπεζικά στελέχη προς τις τράπεζες. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι τα τραπεζικά στελέχη αναλάμβαναν σημαντικό ρίσκο σε επενδυτικές κινήσεις με σκοπό να δημιουργήσουν σημαντικά κέρδη και έτσι να αυξήσουν την αμοιβή τους, ενώ αν  η κίνηση δεν απέδιδε, το ρίσκο επιβάρυνε το τραπεζικό τμήμα της τράπεζας.

Για να μπορέσουν οι ρυθμιστικές αρχές να περιορίσουν τον υπερβολικό γρήγορο κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι ανώτερες διοικήσεις και οι διοικήσεις των επενδυτικών τμημάτων των τραπεζών, έχουν τοποθετήσει όρους στα συμβόλαια των διοικητών, όπου το τμήμα της αμοιβής τους το οποίο είναι συνδεδεμένο με την απόδοση της τράπεζας, εκτείνεται στο μέλλον ακόμα και μετά την αποχώρησή τους από την τράπεζα, ώστε να μην μεταφέρουν σε άλλους το ρίσκο από ένα γρήγορο κέρδος που αποσκοπούν να κάνουν προς ίδιο όφελος.

Το συγκεκριμένο είδος συμβολαίων έχει κινήσει το ενδιαφέρον των κεντρικών τραπεζών και των ρυθμιστικών αρχών και είναι πολύ πιθανό να το δούμε να ενσωματώνεται σε κάποια από τις επόμενες εκδόσεις του ρυθμιστικού πλαισίου της Βασιλείας.

Αν το σκεφτούμε πρόκειται να προκαλέσει μία καθολική αλλαγή στη συμπεριφορά των διοικήσεων των τραπεζών, των ίδιων των τραπεζών και επενδυτικών οργανισμών και κατ’ επέκταση των των αγορών συνολικά.

Βρείτε μας επίσης στο

Facebook Twitter LinkedIN Google+

Επιμέλεια: Φρουζάκης Θεοχάρης, IMC (frouzakis@moneyworld.gr)