Με τα μάτια ενός τεχνοκράτη 1

Αθήνα: 10 Απριλίου 2013

Επιμέλεια: Φρουζάκης Θεοχάρης


Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε τα στοιχεία που μας δίνει για την οικονομία μας η Τράπεζα της Ελλάδος ώστε να δούμε πότε επιτέλους θα έρθει η ανάπτυξη. Ο βασικός δείκτης που πρέπει να κοιτάμε είναι η σχέση δανείων - καταθέσεων. Αυτό διότι, οι οικονομίες χρηματοδοτούνται από τον τραπεζικό δανεισμό και η προϋπόθεση της ύπαρξης τραπεζικού δανεισμού είναι η ύπαρξη καταθέσεων. Αυτό το μήνα η μελέτη μας θα είναι λίγο πιο αναλυτική ώστε να μπορέσουμε να έχουμε ακόμα πιο ξεκάθαρα συμπεράσματα σχετικά με την άφιξη της ανάπτυξης. 

Η ανάπτυξη μετράται σε μονάδες μεταβολής του ΑΕΠ. Το ΑΕΠ περιλαμβάνει όλες τις αγορές που έγιναν εντός της Ελληνικής οικονομίας. Άρα το ΑΕΠ θα το επηρεάσουν δύο σημαντικά μεγέθη: η συνολική ποσότητα χρήματος και η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος. Για παράδειγμα μία οικονομία με συνολική ποσότητα χρήματος 300 δις και ταχύτητα κυκλοφορίας χρήματος x2,  θα παρουσιάσει ΑΕΠ 600 δις. Αν μία άλλη χώρα με 250 δις συνολική ποσότητα χρήματος καταφέρει η ταχύτητα κυκλοφορίας να είναι x3, τότε θα παρουσιάσει ΑΕΠ 750 δις.

Πάμε να δούμε τις μονάδες μέτρησης που θα χρησιμοποιήσουμε. Η πρώτη είναι τα νομίσματα σε κυκλοφορία. Αποτελεί το σύνολο των τραπεζογραμματίων και των κερμάτων που κυκλοφορούν εντός της χώρας. Στο τέλος του Φεβρουαρίου ανήλθαν σε 21.631 εκ ευρώ και τηρούν μία σταθερά ανοδική πορεία από την εισαγωγή μας στη ζώνη του ευρώ. Οπότε μπορούμε να δούμε μία σταδιακή διεύρυνση της υλικής νομισματικής βάσης που σημαίνει διατήρηση του πληθωρισμού σε θετικά επίπεδα ακόμα και όταν βρισκόμαστε σε περιόδους κρίσης. Η διεύρυνση αυτή είναι γνωστή και ως ποσοτική χαλάρωση ή έκδοση νέου χρήματος. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι τον Ιανουάριο του 2001, πρώτου μήνα μας με το ευρώ η μέτρηση αυτή ήταν 6.722 εκ ευρώ.

Στη συνέχεια χρησιμοποιούμε το Μ1. Το Μ1 στην τραπεζική ορολογία περιλαμβάνει τα νομίσματα σε κυκλοφορία, τις καταθέσεις μίας ημέρας, τις καταθέσεις όψεως και τις καταθέσεις ταμιευτηρίου. Όπως καταλαβαίνουμε το Μ1 είναι το άμεσα διαθέσιμο χρήμα για αγορές ή αλλιώς η ρευστότητα της οικονομίας.

Το Μ2 αποτελείται από το Μ1 πλέον των καταθέσεων προθεσμίας έως και δύο ετών και τις καταθέσεις υπό προειδοποίηση έως 3 μηνών. Οπότε το Μ2 περιλαμβάνει όλα τα ρευστά χρήματα και όλες τις καταθέσεις, ακόμα και αυτές που δεν είναι άμεσα ρευστοποιήσιμες. Το απόλυτο Μ2 είναι το σύνολο του Μ2 μείων το Μ1 άρα αποτελείται μόνο από τα πρόσθετα στοιχεία του Μ2.

Το Μ3 αποτελείται από το συνολικό Μ2 πλέον τις συμφωνίες επαναγοράς ή αλλιώς ρέπος, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων διαθεσίμων και τα χρεόγραφα διάρκειας έως 2 ετών. Εδώ βλέπουμε ότι προσθέτουμε τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων διαθεσίμων τα οποία στην ουσία είναι καταθέσεις προθεσμίας με τη διαφορά ότι είναι συλλογικές και τις εμπορικές χρηματοδοτήσεις. Δηλαδή νοείται ως χρήμα η έκδοση γραμματίων, επιταγών, ή εμπορικών συμφωνιών επαναγοράς. Το απόλυτο Μ3 αποτελείται μόνο απο τα πρόσθετα στοιχεία του Μ3 δηλαδή υπολογίζεται αν από το Μ3 αφαιρέσουμε το Μ2.

Τέλος η χρηματοδότηση κατοίκων εσωτερικού αποτελεί το σύνολο της χρηματοδότησης σε εγκατεστημένες στην χώρα μας επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κάθε είδους δάνειο έχει εκδοθεί από τις Τράπεζες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα προς πρόσωπα και οργανισμούς εγκατεστημένους στην Ελλάδα.

Γενικά αν λάβουμε υπ’ όψη ότι για να εκδοθεί κάποιο δάνειο θα πρέπει να υπάρχουν χρήματα σε κάποια κατάθεση, λαμβάνουμε το συμπέρασμα ότι το σύνολο των δανείων (χρηματοδότηση) θα πρέπει να είναι μικρότερο του Μ3 ώστε η βάση της χρηματοδότησης να είναι σταθερή και όχι αέρας.

Η μελέτη μας ξεκινά από την είσοδό μας στη ζώνη του ευρώ. Από το 2001 μέχρι το 2006 παρατηρούμε την πλήρη πτώση του απόλυτου Μ3. Αυτό έχει συμβεί διότι η είσοδος του ευρώ μείωσε κατά πολύ την χρήση συναλλαγματικών, γραμματίων και επιταγών. Οι εμπορικές συναλλαγές γίνονταν πλέον με τη χρήση χρεωστικών ή πιστωτικών καρτών και όχι με έκδοση νομισματικών στοιχείων από τις εμπορικές επιχειρήσεις. Οπότε η ανάπτυξη της νομισματικής βάσης περιορίστηκε κατά μεγάλο βαθμό στο Μ2. 

Στο χρονικό σημείο 1 που εντοπίζεται κοντά στο ξεκίνημα του 2006 έχουμε την έξαρση της χρηματοδότησης. Παρατηρούμε ότι από το σημείο εκείνο και μετά οι τράπεζες χρηματοδοτούσαν την εσωτερική οικονομία ακόμα και πάνω από το Μ3 δημιουργώντας έτσι μία φούσκα η οποία κάποια στιγμή θα έπρεπε να σκάσει. Όμως τι είναι αυτό που έκανε τις τράπεζες να προχωρήσουν σε κάτι τέτοιο αναλαμβάνοντας το ρίσκο; Ποιό ήταν το όφελος;

Το όφελος ήταν ότι με την αύξηση της χρηματοδότησης αύξαναν τα έσοδά τους (τόκοι δανείων) που ήταν μεγαλύτεροι από τους τόκους των προθεσμιακών καταθέσεων. Οπότε χρησιμοποιώντας τα χρήματα των καταθετών δημιούργησαν μία πυραμίδα μεταξύ καταθετών και δανειοληπτών κερδίζοντας την διαφορά των δύο επιτοκίων (spread). Αυτός είναι και ο λόγος της πολύ μεγάλης κερδοφορίας των τραπεζών εκείνο το διάστημα.

Λίγο πριν το σημείο 1, είχε ξεκινήσει μία άνοδος του απόλυτου Μ2. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες είχαν ξεκινήσει να προσελκύουν στην καταθετική τους βάση προθεσμιακές καταθέσεις που τους επέτρεπε να γνωρίζουν ότι μπορούν με άνεση να χρηματοδοτήσουν την οικονομία εφ’ όσον η καταθετική τους βάση έχει αποκτήσει χρονικό περιορισμό. Ταυτόχρονα, και όχι τυχαία, το Μ1 σταματά να αυξάνεται και παραμένει σε μία σημαντική σταθερότητα κάνοντάς μας γνωστό ότι η ρευστότητα της αγοράς έχει σταματήσει να αυξάνεται.

Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται μέχρι το χρονικό σημείο 2. Το σημείο αυτό παρατηρείται στις αρχές του 2009. Εκείνη την περίοδο είχαμε την επίθεση στην Ελληνική οικονομία με τις υποβαθμίσεις και την έκρηξη των ομολόγων. Τότε μέσω των ειδήσεων παρακολουθούσαμε την κυβέρνηση Καραμανλή να αναφέρει τα περί θωρακισμένης οικονομίας, όμως το κλίμα μέσω των ΜΜΕ είχε ήδη αλλάξει και η εμπιστοσύνη στο Ελληνικό Τραπεζικό σύστημα είχε κλονιστεί. 

Σε τεχνοκρατικά επίπεδα, παρατηρούμε ότι η μεγέθυνση της φούσκας (απομάκρυνση χρηματοδότησης από το Μ3) συνεχίζεται με μόνη στήριξη του απόλυτου Μ2. Όπως θα δούμε όλη την περίοδο από το 2006 μέχρι το 2009 τα μόνα στοιχεία που αυξάνονταν σταθερά ήταν το απόλυτο Μ2 και η χρηματοδότηση. Ποιο είναι όμως το πρόβλημα σε αυτό; Το πρόβλημα ήταν ότι λόγω της αυξημένης χρηματοδότησης αυξανόταν η νομισματική βάση της χώρα (Μ3), όμως το σύνολο της νομισματικής βάσης απορροφιόταν από το Μ2 ενώ το Μ1 παρέμεινε αμετάβλητο σε όλη αυτή τη διάρκεια. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εφ’ όσον η οικονομία αύξανε τη νομισματική της βάση με μοναδική αύξηση των προθεσμιακών καταθέσεων, η μέση ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος σημείωνε σημαντικότατη πτώση. Αυτό διότι το Μ1 παρέμενε σταθερό. Δηλαδή μία οικονομία με διαρκώς αυξανόμενη νομισματική βάση διατηρούσε σταθερή τη ρευστότητά της.

Η σταθερότητα του Μ1 οδήγησε στην επιβράδυνση της Ελληνικής οικονομίας την περίοδο 2006 - 2009 (κρίση) και στην μείωση του Ελληνικού ΑΕΠ στη συνέχεια (ύφεση).

Το χρονικό σημείο 3 εμφανίζεται στις αρχές του 2010. Εκεί είχαμε την κρίση εμπιστοσύνης του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Η περίοδος 2009 - 2010 ήταν η πρώτη χρονιά που η χρηματοπιστωτική φούσκα έκανε την εμφάνισή της στην πραγματική οικονομία. Μπορούμε να δούμε ότι την περίοδο αυτή το Μ3 (νομισματική βάση της οικονομίας) παρέμεινε σταθερό ενώ είχαμε την μείωση του Μ2 και την ίση περίπου αύξηση του Μ1. 

Εδώ είναι η πρώτη μαθηματική απεικόνιση της έλλειψης εμπιστοσύνης στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η απεικόνιση είναι ότι οι καταθέτες δεν συνέχισαν να τοποθετούν τα χρήματά τους στο Μ2 (προθεσμιακές καταθέσεις), αλλά άφησαν μέρος των προθεσμιακών καταθέσεων να λήξουν και να κρατήσουν μεγαλύτερη ρευστότητα (αύξηση του Μ1). Άρα την περίοδο του 2009 - 2010 είχαμε την μετατροπή μέρους της νομισματικής βάσης από μεσοπρόθεσμες τοποθετήσεις σε βραχυπρόθεσμη ρευστότητα.

Από το 2010 και μετά ακολούθησε το ξέσπασμα της κρίσης εμπιστοσύνης με την σημαντική έξοδο κεφαλαίων από την χώρα. Η περίοδος αυτή κράτησε από το σημείο 3 μέχρι το σημείο 4 δηλαδή από τις αρχές του 2010 μέχρι το καλοκαίρι του 2012 (εκλογές).

Η έξοδος των χρημάτων από την χώρα παρατηρήθηκε με την μείωση του Μ1 και του απόλυτου Μ2, κάτι που οδήγησε την συνολική μείωση της νομισματικής βάσης της χώρας (Μ3). Η απότομη πτώση του Μ3 οδήγησε την φούσκα της χρηματοδότησης (χρηματοδότηση μείων Μ3) να φτάσει σε εξωφρενικά επίπεδα (πάνω από 100 δις ευρώ). Σε αυτό το σημείο οι τράπεζες οδηγήθηκαν αναγκαστικά εκτός αγορών καθώς είχαν δανείσει πολλά περισσότερα χρήματα από όσα είχαν σε καταθέσεις ρισκάροντας τον κίνδυνο παύσης πληρωμών. Δηλαδή να μην μπορούν να καλύψουν τις αναλήψεις των καταθετών τους.

Η εξέλιξη αυτή εξανάγκασε τις τράπεζες να διακόψουν κάθε μορφή χρηματοδότησης και να οδηγήσουν τη χώρα σε πιστωτική συρρίκνωση. Μείωση του συνόλου της χρηματοδότησης. Αυτό έγινε με δύο τρόπους. Αρχικά με ωρίμανση χρηματοδότησης, δηλαδή εξοφλήσεις δανείων από τους δανειολήπτες και κατά δεύτερον με προβλέψεις και διαγραφές. Δηλαδή να μειώνουν την αξία των απαιτήσεών τους από επισφαλή δάνεια και να διαγράφουν άλλα (όπως το PSI).

Σε αυτή τη φάση το τραπεζικό σύστημα είναι σχεδόν νεκρό, το χρηματοδοτικό του κενό είναι πάνω από 100 δις ευρώ και οι τράπεζες είναι έτοιμες να κλείσουν. Από το καλοκαίρι του 2012 (σημείο 4), η νέα κυβέρνηση αλλάζει την πολιτική που μέχρι τώρα τηρούσε η Ελλάδα και σε απόλυτη υπαγόρευση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ακολουθεί μία διαδικασία εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος. 

Η πιστωτική συρρίκνωση συνεχίζεται καθώς δεν υπάρχει η νομισματική βάση να καλύψει την πιστωτική επέκταση. Το παράδοξο όμως είναι ότι η νομισματική βάση σημειώνει επέκταση. Αυτό όμως που πρέπει να δούμε είναι ότι για μία ακόμη φορά, η νομισματική επέκταση τροφοδοτείται εξ ολοκλήρου από την επέκταση του απόλυτου Μ2. Άρα, όσοι επιστρέφουν τα χρήματά τους στις τράπεζες τα επιστρέφουν σε μορφή προθεσμιακών καταθέσεων και ως εκ τούτου δεν συμβάλουν με κανένα τρόπο στην αύξηση της ρευστότητας της οικονομίας. Το Μ1, που αποτελεί την ρευστότητα της οικονομίας μας, συνεχίζει την πτωτική του πορεία μετά το καλοκαίρι του 2012 όμως κατά τους τελευταίους μήνες έχουμε δει την σταθεροποίησή του.

Παράλληλα από την κυβέρνηση σε συνεργασία με την Τράπεζα Ελλάδος και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει δρομολογηθεί η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Η ανακεφαλαιοποίηση αυτή έχει σκοπό να καλύψει το χρηματοδοτικό κενό του τραπεζικού τομέα (χρηματοδότηση μείων Μ3). Από όσο γνωρίζουμε η ανακεφαλαιοποίηση θα έχει ολοκληρωθεί τον Ιούνιο και το ύψος της θα είναι 50 δις ευρώ. Στο τέλος του Φεβρουαρίου το Μ3 ανερχόταν σε 191.360 εκ. ευρώ και η χρηματοδότηση σε 247.553 εκ. ευρώ. Άρα το κενό της χρηματοδότησης του τραπεζικού μας τομέα είναι 56.193 εκ. ευρώ. 

Αυτό που καταλαβαίνουμε είναι ότι μετά την ανακεφαλαιοποίηση το χρηματοδοτικό κενό του τραπεζικού συστήματος θα έχει γίνει 6.193 εκ. ευρώ. Αν λάβουμε υπ όψη και το ρυθμό μείωσης του κενού αυτού, τότε θα καταλάβουμε ότι μετά την ανακεφαλαιοποίηση το Μ3 θα πρέπει να βρίσκεται σε υψηλότερα επίπεδα από το σύνολο της χρηματοδότησης.

Κάνοντας μία εκτίμηση, θα πρέπει μετά τον Ιούνιο του 2013, το γράφημα του τραπεζικού τομέα να έχει γίνει υγιές. Μεγάλο βαθμό θα πρέπει να παίξει η αναλογία του Μ1 με το Μ2. Η αύξηση του συνόλου της νομισματικής βάσης θα πρέπει να πατήσει και στους δύο παράγοντες και όχι μόνο στο Μ2 όπως μέχρι τώρα γίνεται. 

Όπως όμως γνωρίζουμε, οι Ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον εποπτεία από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οπότε δεν θα αφεθούν ελεύθερες να κάνουν το ίδιο κερδοσκοπικό παιχνίδι με το 2006. Οπότε, όπως και ήδη εφαρμόζεται, τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων κινούνται πτωτικά, κάνοντας τις προθεσμιακές καταθέσεις λιγότερο ελκυστικές και έτσι οδηγούν τους καταθέσεις να αναζητήσουν αποδόσεις αλλού μέσω του Μ1, άρα και στήριξη της ταχύτητας κυκλοφορίας του χρήματος. 

Όπως θα δούμε οι αριθμοί χάλασαν το 2006. Παρόλα αυτά, η πραγματική οικονομία επηρεάστηκε σημαντικά το 2009 με 2010 σε απόσταση τριάμισι ετών. Από το καλοκαίρι του 2012 παρατηρούμε την σχετική βελτίωση των αριθμών, οπότε θα περιμέναμε την πραγματική οικονομία να σημειώσει μία σταθεροποίηση μετά την λήξη του 2013 όπου θα είναι και το έτος της λήξης της ανακεφαλαιοποίησης και σε απόσταση τριάμισι ετών δηλαδή το 2015, η οικονομία να παρουσιάσει την πρώτη ανάκαμψη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα συνεργασίας (γνωστό ως μνημόνιο 2) έχει λήξη το 2016, ένα έτος μετά την επανέναρξη της Ελληνικής οικονομίας.

Αυτό που περιμένουμε είναι από το μέσο του 2014 και τις αρχές του 2015 να παρατηρήσουμε τις πρώτες αυξήσεις της εργασίας (μείωση της ανεργίας) και ανάπτυξη της οικονομίας. Ο τρόπος με τον οποίο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα πράγματα είναι ο ακόλουθος:

Η όλη χρηματοπιστωτική κρίση οδήγησε σε εκτεταμένη ανεργία. Η εργασία, αποτελεί μία ξεχωριστή αγορά που διέπεται από τους δικούς της νόμους. Όπως όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες έτσι και η εργασία είναι μία υπηρεσία. Η αυξημένη ανεργία, σημαίνει ότι το αγαθό αυτό έχει πολύ μεγάλη προσφορά (καθώς άνεργος είναι αυτός που ενεργά αναζητά εργασία και όχι άεργος, αυτός που δεν αναζητά εργασία), οπότε και η τιμή της (μισθός) έχει κινηθεί πτωτικά. Μέσα στα επόμενα 2 έτη περιμένουμε την εξισορρόπηση της ζήτησης και της προσφοράς της εργασίας. Οπότε η εργασία αποτελεί μία υπηρεσία που βρίσκεται σε αφθονία ποιότητας και ποσότητας, αλλά και σε μειωμένη τιμή αυτή την περίοδο.

Σε φορολογικό επίπεδο, βλέπουμε την φορολογία των ιδιωτών και των ελεύθερων επαγγελματιών να σημειώνει άνοδο. Οπότε παρατηρούμε έναν εγκλωβισμό που επιχειρείται να γίνει σε υπαλλήλους και ελεύθερους επαγγελματίες. Μέχρι και πριν λίγα χρόνια, οι ελεύθεροι επαγγελματίες είχαν την ευχέρεια να “κλέβουν” και να “φοροδιαφεύγουν” όμως η αντικατάσταση του ΚΒΣ από την νέα μορφή του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) μειώνει κατά πολύ την δυνατότητα αυτή.

Στο επιχειρηματικό επίπεδο παρατηρούμε την φορολογική ελάφρυνση των επιχειρήσεων και των διαδικασιών ίδρυσης και λειτουργίας (χαρακτηριστική η εφαρμογή του θεσμού των ΙΚΕ - Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία - που δίνει την δυνατότητα κατοχής κεφαλαιουχικής εταιρίας από μικρούς επιχειρηματίες). Οπότε, η επιχειρηματικότητα είναι μία δραστηριότητα που στις μέρες μας και στα επόμενα χρόνια θα γνωρίσει μεγάλη διευκόλυνση στις διαδικασίες λειτουργίας, στη φορολογία αλλά και στο κόστος (μισθοί, εργατικό κόστος). 

Όπως καταλαβαίνει κανείς, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, το συμφέρον κάθε επαγγελματία επικεντρώνεται στην επιχειρηματικότητα και όχι στην εργασία ή στο ελεύθερο επάγγελμα. Όμως, με την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών (μισθοί και μέρος του Μ1) της οικονομίας να είναι πεσμένο, τότε θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη προσπάθεια στην αναγνώριση συγκεκριμένης ασχολίας που μία επιχείρηση θα δραστηριοποιηθεί.

Μία γενική ορθολογική πρόταση είναι η ανεύρεση ενός προϊόντος ή υπηρεσίας βασικής ανάγκης ή φθηνής εναλλακτικής είδους πολυτελείας, τα οποία θα απευθύνονται σε ευρύ κοινό με πολύ χαμηλές τιμές. Ένα παράδειγμα τέτοιας επιχειρηματικότητας είναι τα καταστήματα που έχουν βγει και πωλούν ρούχα με το κιλό μειώνοντας κατά 60% - 70% το κόστος απόκτησης ένδυσης. Υπάρχουν πολλές επιχειρηματικές ιδέες που να συνδυάζουν τα πιο πάνω αναφερόμενα. 


Σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας,

Φρουζάκης Θεοχάρης - frouzakis@moneyworld.gr